Διαβάζω διάφορα τελευταία και, να σου πω την αλήθεια, σε ένα πράγμα συμφωνώ απόλυτα:
Ο κόσμος ήταν φυσιολογικός μέχρι το 2019.
Μετά ήρθε ο COVID, η καραντίνα, ο φόβος, η οικονομική πίεση, οι ανατιμήσεις, οι πόλεμοι, οι κρίσεις, τα σκάνδαλα, οι λογαριασμοί που ανεβαίνουν, οι μισθοί που δεν ανεβαίνουν με τον ίδιο ρυθμό και μια καθημερινότητα που πολλές φορές μοιάζει με επεισόδιο από σειρά που κανείς δεν θυμάται να παρήγγειλε.
Και κάπου εκεί, post-COVID, ο κόσμος τα έχει δει όλα.
Οπότε ναι.
Κάποια στιγμή κι εγώ αναρωτήθηκα:
«Τι γίνεται εδώ; Έχει πάθει βλάβη ο κόσμος;»
Όσο όμως το σκέφτομαι, δεν νομίζω ότι ο κόσμος στην Ελλάδα έχει πάθει… βλάβη.
Έχει απηυδήσει.
Έχει φτάσει στα όριά του.
Η ανοχή του έχει χτυπήσει κόκκινο.
Η αντοχή του έχει χτυπήσει κόκκινο.
Η υπομονή του έχει χτυπήσει κόκκινο.
Και το υπόλοιπο του τραπεζικού του λογαριασμού, ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.
Γιατί βλέπω καθημερινά κάτι που δεν ταιριάζει καθόλου με την εικόνα ενός λαού που «έχει τρελαθεί».
Βλέπω μικρές πράξεις αλληλεγγύης.
Έναν άνθρωπο να βοηθάει έναν άγνωστο.
Έναν επαγγελματία να κάνει λίγο παραπάνω απ’ αυτό που του αναλογεί.
Κάποιον να αφήνει ένα πιάτο φαγητό.
Κάποιον να μαζεύει χρήματα για έναν άνθρωπο που τα χρειάζεται.
Κάποιον να προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι από το μηδέν.
Νέους ανθρώπους που παλεύουν να σταθούν στα πόδια τους.
Γονείς που κάνουν ακροβατικά για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.
Ανθρώπους που, ενώ δεν έχουν πολλά, συνεχίζουν να δίνουν.
Αυτό δεν μου μοιάζει με κοινωνία που δεν ενδιαφέρεται.
Μου μοιάζει με κοινωνία που θέλει να πάει μπροστά, αλλά έχει κουραστεί να σπρώχνει μόνη της.
Και κάπου εδώ είναι που αρχίζω να σκέφτομαι:
Αν ήμουν πρωθυπουργάρα…
Δεν ξέρω αν θα έλυνα όλα τα προβλήματα.
Μάλλον όχι.
Αλλά θα ήθελα πρώτα να καταλάβω γιατί ένας άνθρωπος που δουλεύει, πληρώνει, προσπαθεί και είναι συνεπής, νιώθει ότι κάθε μήνα βρίσκεται ένα βήμα πιο πίσω.
Γιατί ο πολίτης αισθάνεται ότι πρέπει να παλεύει και με τη ζωή του και με το κράτος και με τις τράπεζες και με το σύστημα και με την ίδια του την καθημερινότητα.
Και το χειρότερο;
Όταν ένας άνθρωπος πιεστεί αρκετά, δεν λειτουργεί πάντα λογικά.
Κάποια στιγμή κάνει ένα…
ΤΣΑΦ.
Και μετά…
όποιον πάρει ο χάρος.
Δεν το δικαιολογώ.
Το προσπαθώ να το καταλάβω.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να λες «ο κόσμος τρελάθηκε» και άλλο να αναρωτιέσαι τι έχει προηγηθεί μέχρι να φτάσει κάποιος στο σημείο να κάνει το τσαφ.
Και δεν είναι μόνο η οικονομία.
Είναι η αίσθηση ότι δεν σε ακούει κανείς.
Ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις ότι δικαιούσαι αυτά που ήδη έχεις πληρώσει.
Ότι για να κάνεις το αυτονόητο χρειάζεσαι αιτήσεις, κωδικούς, πλατφόρμες, δικαιολογητικά, ραντεβού, αναμονές και στο τέλος έναν γνωστό που «μήπως ξέρει πώς γίνεται».
Είναι να βλέπεις τους αριθμούς να ανεβαίνουν και την πραγματική σου ζωή να μικραίνει.
Και την ίδια στιγμή να σου λένε:
«Κάνε υπομονή.»
Πόση;
Έχουμε υπόλοιπο ή τελείωσε;
Γιατί έχω την εντύπωση ότι αυτό που προσπαθούν πολλές φορές να καλλιεργήσουν είναι ο φόβος.
Να φοβάσαι μην χάσεις τη δουλειά σου.
Να φοβάσαι μην αρρωστήσεις.
Να φοβάσαι μην δεν τα βγάλεις πέρα.
Να φοβάσαι το αύριο.
Να φοβάσαι τον διπλανό σου.
Να φοβάσαι την αλλαγή.
Κι όμως…
Μέσα σε όλο αυτό, εγώ βλέπω ανθρώπους που συνεχίζουν να προσπαθούν.
Να αγαπήσουν.
Να δημιουργήσουν.
Να κάνουν οικογένεια.
Να ανοίξουν μια επιχείρηση.
Να βοηθήσουν τον διπλανό τους.
Να ξανασηκωθούν μετά από μια αποτυχία.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα.
Δεν έχουμε έναν λαό που δεν θέλει τίποτα.
Έχουμε έναν λαό που θέλει πολλά.
Θέλει αξιοπρέπεια.
Θέλει δικαιοσύνη.
Θέλει ασφάλεια.
Θέλει να μπορεί να κάνει σχέδια.
Θέλει να δουλεύει και να μπορεί να ζει.
Θέλει να ξέρει ότι αν κάνει το σωστό, δεν θα τιμωρηθεί επειδή έκανε το σωστό.
Και κυρίως θέλει να αισθανθεί ότι δεν είναι μόνος του απέναντι σε όλους.
Οπότε, αν ήμουν πρωθυπουργάρα…
Δεν θα ξεκινούσα με το να πω στον κόσμο να κάνει περισσότερη υπομονή.
Θα ξεκινούσα με το να ρωτήσω:
«Τι σας έχει κάνει να χάσετε την υπομονή σας;»
Και μετά θα άκουγα.
Πραγματικά θα άκουγα.
Γιατί ίσως ο κόσμος δεν χρειάζεται άλλον έναν να του εξηγεί ότι υπερβάλλει.
Ίσως χρειάζεται κάποιον να καταλάβει πόσο πολύ έχει ήδη αντέξει.
Και πριν βιαστούμε να χαρακτηρίσουμε μια κοινωνία «τρελή», «βίαιη», «αδιάφορη» ή «τελειωμένη»…
ας αναρωτηθούμε λίγο:
Μήπως απλώς είναι εξαντλημένη;
Γιατί η διαφορά είναι τεράστια.
Και αν όντως είναι εξαντλημένη, τότε το ζητούμενο δεν είναι να τη φοβίσεις περισσότερο.
Είναι να της δώσεις έναν λόγο να πιστέψει ξανά ότι αξίζει να προσπαθεί.








